Pavlos Sidiropoulos "To ftoxopaido" lírica

Traducción al: EN

Τη δύναμή σου πουλάς σ’ ένα γιαπί
φορτώνοντας τσιμέντο και λάσπη το κορμί
κλειδώνεις σπίτι με πόνο την καρδιά
και κατεβάζεις τα ρολά
και στα όνειρα σιωπή
ζητάς ελευθερία "Αέρα" "Αλβανία".

Ο πόνος σου με γκόμενας μορφή
αυτό που για άλλους είναι καθημερινή ζωή
α ειν’ η τσέπη άδεια κι η κούραση σφυρί
θέ μου θα τόθελες θα τόθελες κι εσύ
λιγάκι να γλεντήσεις σαν άνθρωπος να ζήσεις.

Συνήθισες να περπατάς σκυφτά
κι ο ινστρούχτορας σου φέρεται γλυκά
δύναμη κόμμα, αγώνας και φωτιά
κι ο κουλτουριάρης στα μπάρ να σ’ αγαπά
όταν το βράδυ η μοναξιά
τα σώβρακά σου πιτσιλά.

Σε μια σκοπιά στο Ελληνικό στρατό
στραβός ανώνυμος του δεκανέα Κ.Ε.Β.Ο.Π
κοιτάς με δέος ένα τυχαίο φρικιό
να φεύγει τρέχοντας απ’ τον τρελογιατρό
κουνώντας το χαρτάκι
το I5 το μικράκι.

Σε φάμπρικα πιάνεις δουλειά
μα κάποια ανύποπτη και σκοτεινή βραδιά
αναρχικοί βάζουν φωτιά
τ’ αφεντικό σου πανικός ... χωρίς λεφτά...
ένα θηρίο σε καλεί... νιώθεις μια άγρια ηδονή.

Άνεργος τώρα ζητάς καινούργια αρχή
με σλήπιν μπαγκ στον ώμο φίλος από παιδί
κουτσά στραβά σου λέει τη βγάζω καθαρή
μα είναι δικιά μου δικιά μου η ζωή
κι εσύ να περιμένεις
με γνώση ότι πεθαίνεις.

Εφημερίδα ... φωτογραφία μικρή,
μιλάει για σένα για κάποιον πωλητή
ήτανε βράδυ, ήτανε κι η βροχή
τ’ αφεντικό παρθένα, στο πρώτο της φιλί
"με λήστεψε" τους λέει "το πιο καλό παιδί".

Ο αλέκτωρ λάλησε την τρίτη του φορά,
το κόμμα τώρα σε διαγράφει βιαστικά,
οι σύντροφοί σου ; "μα ήταν φύση αναρχικιά"
"αυτά, απ’ τ’ άλλα, εκείνα,
συμβαίνουνε κι αυτά"
Μνήμες, καπνός, αμφιβολία καμιά.
Μονάχ’ ακόμα μία, ...μελανιά
σε μιας εφημερίδας τη γωνιά.

You sell your power to a building site
loading with cement and mud your body
you lock your house with an ache on your heart
and you shut down the rolls
and you silence your dreams
you ask for freedom "Air" "Albania".

Your pain is in a chick's form
that which for others is a daily life
the pocket is empty and the tiring is like a hammer
god you'd want this too
to have a little fun to live like a human being.

You're used to walk with the head down
and the instructor is being nice to you
power party, fight and fire
and the cultural guy at the bars to love you
when at night loneliness
splashes your underpants.

At a group at the Greek army
wry anonymous of corporal K.E.V.O.P
you are watching with awe a random freak
as it runs from the psychiatrist
waving the paper
the little I5.

You get a job at a factoy
but some unspected and dark night
anarchists put fire
your boss is panicked ... without money...
a beast invites you... you feel a savage pleasure.

Now you're unemployed asking for a new start
with a sleeping bag on your shoulder a childhood friend
says to you that somehow he gets by
but it's my life
and you should wait
to die with knowledge.

Newspaper ... a little picture,
it talks about you and some seller
it was night, it was the rain too
the boss plays the virgin, on her first kiss
"I've been robbed" he says "by the nicest guy".

The cock crowed its third time,
the party is now writing you off quickly,
your partners : "but he was by nature an anarchist"
"those, from the others, these,
it happens"
Memories, smoke, no doubt.
Only another one, ...bruise
in the corner of a newspaper.